Το κράτος της Νέας Δημοκρατίας τσακίζει τον μικρομεσαίο.
Το κράτος της Νέας Δημοκρατίας τσακίζει τον μικρομεσαίο.
Η άμεση φορολογία έχει ήδη γονατίσει τον μικρομεσαίο και τον οικογενειάρχη. Φόρος εισοδήματος, εισφορές, τεκμήρια, όλα μαζί έχουν ροκανίσει το καθαρό εισόδημα. Τώρα όμως έρχεται η έμμεση φορολογία και τα πρόστιμα να ολοκληρώσουν τη δουλειά. Δεν φαίνονται πάντα καθαρά. Μπαίνουν σε κάθε ψώνιο, σε κάθε λίτρο βενζίνης, σε κάθε λογαριασμό, σε κάθε κλήση της τροχαίας. Και το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: ο Έλληνας πληρώνει συνεχώς, από παντού, χωρίς να μπορεί να ανασάνει.
Πρώτος και καλύτερος ο ΦΠΑ που τρώει καθημερινά το εισόδημά μας. Ο κανονικός συντελεστής ΦΠΑ παραμένει στο 24%. Είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη. Κάθε τρόφιμο, κάθε είδος σπιτιού, κάθε ρούχο για τα παιδιά, κάθε υπηρεσία κουβαλάει αυτόν τον φόρο. Τα έσοδα από ΦΠΑ φτάνουν δεκάδες δισεκατομμύρια κάθε χρόνο και αποτελούν βασικό πυλώνα του προϋπολογισμού. Μαζί με τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, οι έμμεσοι φόροι αντιστοιχούν σε μεγάλο ποσοστό των συνολικών εσόδων – πολύ πάνω από τον μέσο όρο πολλών άλλων χωρών. Αυτό το σύστημα χτυπάει πιο σκληρά τον μικρομεσαίο. Ο άνθρωπος που ξοδεύει σχεδόν όλο του το εισόδημα σε βασικές ανάγκες πληρώνει αναλογικά περισσότερο. Δεν έχει περιθώριο να «γλιτώσει». Κάθε αύξηση τιμών γίνεται αυτόματα αύξηση φόρου. Και όσο ο πληθωρισμός και το κόστος ζωής ανεβαίνουν, τόσο μεγαλώνει και η επιβάρυνση.
Η βενζίνη είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πάνω στην τιμή της πρώτης ύλης πέφτει ειδικός φόρος κατανάλωσης και μετά ΦΠΑ. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο οδηγός πληρώνει σημαντικά περισσότερα από ό,τι θα πλήρωνε σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες για το ίδιο λίτρο. Για τον εργαζόμενο που χρειάζεται το αυτοκίνητο για να πάει στη δουλειά, για να πάρει τα παιδιά στο σχολείο ή για να μετακινηθεί σε περιοχή χωρίς επαρκή μέσα μαζικής μεταφοράς, αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι μηνιαίο βάρος που δεν μπορεί να αποφύγει. Και κάθε φορά που ανεβαίνει η τιμή, το κράτος εισπράττει περισσότερα χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει τίποτα στους συντελεστές.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, έρχονται τα εξοντωτικά πρόστιμα της τροχαίας. Φυσικά και είμαστε υπέρμαχοι της οδικής ασφαλείας. Όχι όμως με τον φόρο φοροεισπρακτικό τρόπο που μας επιβάλλει το κράτος. Πάρε ένα απλό και συχνό παράδειγμα: υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά 20 χιλιόμετρα την ώρα. Στην Ελλάδα, με τον νέο Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, το πρόστιμο είναι 150 ευρώ. Στη Γερμανία, για την ίδια υπέρβαση:
Εντός κατοικημένης περιοχής περίπου 70 ευρώ.
Εκτός κατοικημένης περιοχής περίπου 60 ευρώ!
Το ελληνικό πρόστιμο είναι υπερδιπλάσιο ή και παραπάνω. Τώρα δες τους μισθούς. Ο μέσος μικτός μισθός στην Ελλάδα κινείται γύρω στα 1.300 ευρώ τον μήνα. Στη Γερμανία ξεπερνά κατά πολύ τα 4.000 ευρώ μικτά και σε πολλές περιπτώσεις είναι ακόμη υψηλότερος. Το αποτέλεσμα είναι ξεκάθαρο: τα 150 ευρώ στην Ελλάδα αντιστοιχούν σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του μηνιαίου εισοδήματος απ’ ό,τι τα 60 ή 70 ευρώ στη Γερμανία. Για πολλούς Έλληνες εργαζόμενους αυτό το πρόστιμο μπορεί να σημαίνει σχεδόν το 10% ή και περισσότερο του μηνιαίου μισθού. Στη Γερμανία το αντίστοιχο ποσό είναι πολύ πιο ανεκτό. Η οδική ασφάλεια δεν μπορεί να είναι θέμα επιβολής. Η κυβέρνηση παρουσιάζει τα αυστηρά πρόστιμα ως μέτρο για να μειωθούν τα τροχαία. Όμως η οδική ασφάλεια δεν επιβάλλεται μόνο με πρόστιμα. Μαθαίνεται. Σε χώρες όπως η Γερμανία υπάρχει σοβαρή και συνεχής εκπαίδευση. Οι επαγγελματίες οδηγοί υποχρεούνται σε περιοδικά σεμινάρια και πιστοποιήσεις. Υπάρχει συστηματική κουλτούρα εκπαίδευσης από μικρή ηλικία, αυστηρή αλλά δίκαιη διαδικασία απόκτησης διπλώματος και μηχανισμοί που επικεντρώνουν στην πρόληψη και στη βελτίωση της συμπεριφοράς, όχι μόνο στην τιμωρία.
Στην Ελλάδα το βάρος φαίνεται να πέφτει κυρίως στο «να σε πιάσουν». Το σύστημα λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός είσπραξης παρά ως εργαλείο ουσιαστικής αλλαγής νοοτροπίας. Αντί να επενδύεται σε μαζική και συνεχή εκπαίδευση οδηγών, σε βελτίωση οδικού δικτύου, σε καλύτερο φωτισμό, σε σύγχρονες σημάνσεις και σε προγράμματα ευαισθητοποίησης, το κράτος βασίζεται στα πρόστιμα. Και όσο πιο βαριά είναι τα πρόστιμα σε σχέση με τους μισθούς, τόσο περισσότερο μοιάζουν με οικονομική τιμωρία παρά με μέτρο ασφάλειας. Δεν λέει κανείς ότι δεν πρέπει να υπάρχουν κανόνες ή κυρώσεις. Λέει ότι όταν το πρόστιμο για μια σχετικά μικρή υπέρβαση είναι δυσανάλογα βαρύ σε σχέση με το εισόδημα, και όταν παράλληλα λείπει η συστηματική εκπαίδευση, τότε το μήνυμα που περνάει είναι διαφορετικό: ότι ο στόχος είναι η είσπραξη και όχι η πρόληψη.
Εν κατακλείδι πρόσθεσε όλα αυτά μαζί. ΦΠΑ 24% σε σχεδόν όλα. Ακριβή βενζίνη με ειδικούς φόρους και ΦΠΑ. Τέλη κυκλοφορίας με βαριές προσαυξήσεις. Πρόστιμα τροχαίας που είναι πολύ πιο βαριά σε σχέση με τον μισθό απ’ ό,τι σε χώρες με πολλαπλάσιο εισόδημα. Και την ίδια στιγμή χαμηλούς μισθούς και υψηλό κόστος ζωής. Για τον οικογενειάρχη που δουλεύει, πληρώνει ενοίκιο ή δόση, αγοράζει τρόφιμα, πληρώνει ρεύμα και προσπαθεί να κρατήσει το αυτοκίνητο για τις ανάγκες της οικογένειας, αυτό δεν είναι θεωρία. Είναι καθημερινή ασφυξία. Κάθε μήνας φέρνει νέες επιβαρύνσεις. Κάθε κλήση μπορεί να χαλάσει τον προϋπολογισμό. Κάθε αύξηση τιμών γίνεται αυτόματα αύξηση φόρου.
Η Νεα Δημοκρατία λέει ότι χρειάζονται αυτά τα έσοδα, ότι πατάνε τη φοροδιαφυγή, ότι φροντίζουν την ασφάλεια στους δρόμους. Ο πολίτης βλέπει κάτι άλλο: ότι τον έχουν στριμώξει από παντού. Ότι η έμμεση φορολογία και τα πρόστιμα λειτουργούν ως μόνιμη αφαίμαξη. Ότι η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες δείχνει ξεκάθαρα πόσο πιο βαριά είναι η σχετική επιβάρυνση εδώ.
Αυτό το μοντέλο δεν αφήνει περιθώρια. Δεν επιτρέπει στον μικρομεσαίο να ανασάνει, να αποταμιεύσει, να σχεδιάσει. Τον κρατάει σε διαρκή πίεση. Τον εξαντλεί για να τον έχει υποχείριο της.
Ανδρέας Γενιάς πρόεδρος του ΕΠΚ ΙΕΡΟΣ ΛΟΧΟΣ
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελεύθερη Ώρα την Κυριακή 23.8.26

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου